Ο υπολογιστικός τομογράφος χρησιμοποιεί ακτίνες Χ που περνούν μέσα από το σώμα και καταγράφονται από ανιχνευτές γύρω από τον ασθενή. Ο υπολογιστής συνδυάζει αυτά τα δεδομένα και δημιουργεί λεπτές «φέτες» του σώματος, ώστε να φαίνονται εσωτερικές δομές χωρίς χειρουργική επέμβαση.
Ο ασθενής ξαπλώνει σε κινούμενο τραπέζι που μπαίνει στο γκαντρί, ενώ η πηγή ακτίνων Χ περιστρέφεται γύρω από το σώμα. Οι ανιχνευτές μετρούν πόσο εξασθενούν οι ακτίνες σε κάθε πέρασμα και από αυτές τις μετρήσεις υπολογίζονται οι τιμές πυκνότητας για κάθε σημείο του σώματος.
Ο τομογράφος συλλέγει προβολές από πολλές γωνίες γύρω από την περιοχή που εξετάζεται, αντί για μία μόνο κατεύθυνση όπως στην απλή ακτινογραφία. Από αυτό το πλήθος προβολών προκύπτουν τομές σε διαφορετικά επίπεδα, που μπορούν να συνδυαστούν σε τρισδιάστατη αναπαράσταση του οργάνου.
Οι πρώτοι αξονικοί τομογράφοι σάρωναν σημείο προς σημείο μια στενή δέσμη ακτίνων Χ και έναν μοναδικό ανιχνευτή που μετακινούνταν ευθύγραμμα και περιστρεφόταν γύρω από τον ασθενή. Η διαδικασία ήταν πολύ αργή και απαιτούσε μεγάλο χρόνο για καθεμία εικόνα, αλλά έθεσε τα θεμέλια για την επόμενη εξέλιξη της τεχνολογίας.
Στη δεύτερη γενιά, η δέσμη ακτίνων άνοιξε σε σχήμα βεντάλιας και απέναντι τοποθετήθηκαν πολλοί ανιχνευτές στη σειρά. Έτσι καλυπτόταν μεγαλύτερο τμήμα του σώματος σε κάθε κίνηση και μειώθηκε σημαντικά ο χρόνος σάρωσης σε σχέση με την πρώτη γενιά.
Στην τρίτη γενιά, πηγή και ανιχνευτές σχηματίζουν ένα τόξο που περιστρέφεται γύρω από τον ασθενή, καταγράφοντας συνεχώς την εξασθένηση των ακτίνων. Ο σχεδιασμός αυτός επέτρεψε ταχύτερες σαρώσεις και καλύτερη κάλυψη του σώματος, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο γρήγορα και αξιόπιστα πρωτόκολλα εξέτασης.
Στη σπειροειδή τομογραφία, το τραπέζι κινείται συνεχώς ενώ η πηγή και οι ανιχνευτές περιστρέφονται, δημιουργώντας μια ελικοειδή πορεία γύρω από τον ασθενή. Αυτό επιτρέπει την κάλυψη μεγάλου μήκους σώματος σε μία μόνο αναπνοή και δίνει τη δυνατότητα για ευέλικτη ανακατασκευή τομών σε οποιοδήποτε επίπεδο.
Η πολυτομική CT χρησιμοποιεί πολλές σειρές ανιχνευτών, ώστε σε κάθε περιστροφή να λαμβάνονται ταυτόχρονα πολλές τομές. Με αυτόν τον τρόπο η εξέταση γίνεται ταχύτερη, η χωρική ανάλυση βελτιώνεται και είναι δυνατή η λεπτομερής απεικόνιση ολόκληρων οργάνων μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Από τις πολλαπλές τομές που παράγει ο τομογράφος, ειδικοί αλγόριθμοι δημιουργούν τρισδιάστατα μοντέλα οργάνων και αγγείων. Οι γιατροί μπορούν να περιστρέφουν και να «κόβουν» αυτό το μοντέλο σε όποιο επίπεδο θέλουν, διευκολύνοντας τον ακριβή εντοπισμό βλαβών και τον προεγχειρητικό σχεδιασμό.
Οι κλασικοί αλγόριθμοι φιλτραρισμένης οπισθοπροβολής μετατρέπουν τις προβολές σε τομές, ενώ οι νεότερες επαναληπτικές μέθοδοι μειώνουν τον θόρυβο και τα τεχνουργήματα. Ο συνδυασμός κατάλληλης ανακατασκευής με τις δυνατότητες του συστήματος καθορίζει πόσο καθαρές και αξιόπιστες θα είναι οι τελικές εικόνες.
Στα συστήματα photon-counting κάθε φωτόνιο καταγράφεται ξεχωριστά, μαζί με την ενέργειά του, αντί να μετριέται μόνο το συνολικό σήμα. Αυτό επιτρέπει καλύτερο διαχωρισμό ιστών, υψηλότερη ανάλυση και δυνατότητα φασματικής πληροφορίας, με προοπτική για πιο στοχευμένες και χαμηλότερης δόσης εξετάσεις.
Η αύξηση της ταχύτητας περιστροφής και η χρήση πολυτομικών συστημάτων μείωσαν δραστικά τον χρόνο εξέτασης. Πλέον ολόκληρος θώρακας ή κοιλιά μπορούν να σαρωθούν σε λίγα δευτερόλεπτα, κάτι που περιορίζει τα προβλήματα από την κίνηση και κάνει την εξέταση πιο άνετη και ασφαλή.
Οι τεχνικές διπλής ενέργειας και φασματικής CT αξιοποιούν ακτίνες Χ διαφορετικών ενεργειών ή ανιχνευτές που ξεχωρίζουν τις ενέργειες των φωτονίων. Έτσι μπορεί να διαχωριστεί καλύτερα το είδος του υλικού, όπως ασβέστιο, ιώδιο ή ουρικό οξύ, και να εξαχθεί πιο πλούσια διαγνωστική πληροφορία από την ίδια σάρωση.
Οι σύγχρονοι ανιχνευτές και οι ισχυροί υπολογιστές επιτρέπουν πολύ μικρό μέγεθος voxel και λεπτές τομές με υψηλή αντίθεση. Μικρές βλάβες, λεπτά αγγεία και πρώιμες αλλοιώσεις γίνονται πλέον ορατές, αυξάνοντας σημαντικά τις πιθανότητες έγκαιρης διάγνωσης.
Τα ιωδιούχα σκιαγραφικά εγχέονται στο αίμα και αυξάνουν την απορρόφηση των ακτίνων Χ σε αγγεία και όργανα. Με κατάλληλο χρονισμό λήψεων αναδεικνύονται η αιμάτωση, οι όγκοι και οι αγγειακές βλάβες, προσφέροντας κρίσιμες πληροφορίες που δεν φαίνονται σε απλές τομές χωρίς σκιαγραφικό.
Η γρήγορη σάρωση και ο συγχρονισμός με τον καρδιακό ρυθμό επιτρέπουν λεπτομερείς εικόνες των στεφανιαίων αρτηριών και της καρδιάς σε κίνηση. Η καρδιολογική CT βοηθά στον εντοπισμό στενώσεων, στην εκτίμηση ασβεστώσεων και στον σχεδιασμό επεμβάσεων, μειώνοντας συχνά την ανάγκη για επεμβατικές διαγνωστικές μεθόδους.
Η CT χρησιμοποιείται ευρέως για τον εντοπισμό όγκων, τη σταδιοποίηση της νόσου και την αξιολόγηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Με επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, οι γιατροί συγκρίνουν εικόνες στον χρόνο και παρακολουθούν αν μειώνεται ή αυξάνεται η έκταση των βλαβών, προσαρμόζοντας ανάλογα το θεραπευτικό πλάνο.
Σε πολυτραυματίες και επείγοντα περιστατικά, ο υπολογιστικός τομογράφος μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να δείξει αιμορραγίες, κατάγματα και κακώσεις οργάνων σε όλο το σώμα. Η δυνατότητα ολόσωμης σάρωσης και τρισδιάστατης ανασύνθεσης βοηθά στη γρήγορη λήψη αποφάσεων για χειρουργείο ή άλλες παρεμβάσεις, σώζοντας ζωές.
Οι υβριδικές διατάξεις συνδυάζουν την ανατομική πληροφορία της CT με λειτουργικά δεδομένα από PET ή SPECT, τοποθετώντας με ακρίβεια περιοχές αυξημένης πρόσληψης. Με αυτόν τον τρόπο βελτιώνεται η διάγνωση, η σταδιοποίηση και ο σχεδιασμός θεραπείας, ειδικά σε ογκολογικούς ασθενείς.
Η υπολογιστική τομογραφία εξελίχθηκε από αργές, πρωτόγονες μηχανές σε γρήγορα, πολυτομικά και φασματικά συστήματα με υψηλή ανάλυση και χαμηλότερη δόση. Ο συνδυασμός νέων ανιχνευτών, έξυπνων αλγορίθμων και υβριδικών απεικονιστών δείχνει ότι στο μέλλον η CT θα γίνει ακόμη πιο στοχευμένη, εξατομικευμένη και ασφαλής για τον ασθενή.