Η ποιότητα μιας CT εικόνας εξαρτάται από το πόσο καθαρά ξεχωρίζουν οι δομές, πόσο θόρυβος υπάρχει και πόσο λεπτές λεπτομέρειες μπορούμε να δούμε. Η σωστή ισορροπία ανάμεσα σε αντίθεση, θόρυβο και χωρική διακριτική ικανότητα επιτρέπει την ανάδειξη μικρών βλαβών χωρίς υπερβολική δόση ακτινοβολίας.
Ο θόρυβος κάνει την εικόνα να φαίνεται «σπασμένη» ή γεμάτη κόκκους και δυσκολεύει τον εντοπισμό μικρών λεπτομερειών. Επηρεάζεται από τη δόση, τις ρυθμίσεις του συστήματος και τον τρόπο ανακατασκευής, γι’ αυτό πρέπει να ελέγχεται ώστε η εικόνα να είναι καθαρή αλλά με όσο γίνεται λιγότερη ακτινοβολία.
Η αντίθεση δείχνει πόσο καλά ξεχωρίζουν μεταξύ τους περιοχές με διαφορετική πυκνότητα ή σύσταση, όπως μαλακοί ιστοί και οστά. Με κατάλληλη επιλογή παραμέτρων και σκιαγραφικών, η CT μπορεί να αναδείξει διαφορές που αλλιώς θα έμεναν «κρυμμένες» μέσα στην εικόνα.
Η χωρική διακριτική ικανότητα καθορίζει πόσο μικρές δομές μπορούν να διακριθούν ως ξεχωριστές, όπως δύο κοντινές γραμμές ή μικρά αγγεία. Επηρεάζεται από το μέγεθος των ανιχνευτών, το φίλτρο ανακατασκευής και το πάχος τομής, και πρέπει να προσαρμόζεται στο κλινικό ερώτημα.
Το πάχος τομής μοιάζει με το πόσο λεπτά κόβουμε τις «φέτες» του σώματος: όσο πιο λεπτές, τόσο περισσότερη λεπτομέρεια αλλά και περισσότερο θόρυβο. Λεπτές τομές προτιμώνται για μικρές βλάβες ή τρισδιάστατες ανασυνθέσεις, ενώ παχύτερες αρκούν σε γενικές εξετάσεις με χαμηλότερη δόση.
Το pitch περιγράφει πόσο γρήγορα κινείται το τραπέζι σε σχέση με το πλάτος της δέσμης κατά τη σπειροειδή σάρωση. Χαμηλό pitch δίνει καλύτερη ποιότητα αλλά υψηλότερη δόση, ενώ υψηλό pitch μειώνει τη δόση και τον χρόνο, γι’ αυτό απαιτείται προσεκτική επιλογή ανά εξέταση.
Η τάση σωλήνα καθορίζει την ενέργεια των ακτίνων Χ και επηρεάζει τόσο τη διείσδυση όσο και την αντίθεση της εικόνας. Χαμηλότερο kVp αυξάνει την αντίθεση αλλά και τον θόρυβο, ενώ υψηλότερο μειώνει την αντίθεση και τη δόση στον θώρακα, άρα απαιτείται συμβιβασμός ανάλογα με το όργανο και τον ασθενή.
Το ρεύμα σωλήνα και ο χρόνος σάρωσης καθορίζουν πόσο συνολικό φορτίο ακτίνων Χ φτάνει στον ασθενή και στους ανιχνευτές. Αυξημένα mAs μειώνουν τον θόρυβο και βελτιώνουν την ποιότητα εικόνας, αλλά αυξάνουν τη δόση, οπότε οι ρυθμίσεις πρέπει να προσαρμόζονται στο βάρος, την περιοχή και τον σκοπό της εξέτασης.
Τα φίλτρα ανακατασκευής διαμορφώνουν τον τρόπο που μετατρέπονται τα ακατέργαστα δεδομένα σε τελική εικόνα, τονίζοντας είτε τις λεπτομέρειες είτε την ομαλότητα. Κυρτά ή «σκληρά» φίλτρα αναδεικνύουν οστά και λεπτές δομές, ενώ «μαλακά» φίλτρα μειώνουν τον θόρυβο σε εικόνες μαλακών ιστών ή θώρακα.
Στην αξονική σάρωση το τραπέζι κινείται βήμα–βήμα και κάθε τομή λαμβάνεται σταθερά, προσφέροντας μεγάλη γεωμετρική ακρίβεια. Η σπειροειδής σάρωση επιτρέπει συνεχή κίνηση και γρήγορη κάλυψη μεγάλου μήκους σώματος, κάτι που είναι πλέον η πιο συχνή επιλογή στις κλινικές εξετάσεις.
Το φαινόμενο μερικού όγκου εμφανίζεται όταν σε ένα voxel αναμιγνύονται ιστοί με διαφορετικές πυκνότητες και η ένταση της εικόνας γίνεται ένας μέσος όρος. Έτσι μικρές δομές μπορεί να «σβήνουν» ή να φαίνονται αλλοιωμένες, γι’ αυτό προτιμώνται λεπτές τομές και κατάλληλες τεχνικές ανακατασκευής για τον περιορισμό του.
Ισοτροπικά voxels σημαίνει ότι οι διαστάσεις του voxel είναι ίσες σε όλες τις κατευθύνσεις, σαν μικρά κυβικά στοιχεία στον χώρο. Με τέτοια γεωμετρία, οι ανασυνθέσεις σε οποιοδήποτε επίπεδο έχουν παρόμοια ποιότητα, κάτι ιδανικό για τρισδιάστατη απεικόνιση, αγγειογραφίες και προεγχειρητικό σχεδιασμό.
Η δόση στην CT εκφράζει πόση ακτινοβολία απορροφά ο ασθενής και σχετίζεται με δείκτες όπως ο CTDI και το DLP, που μεταφράζονται σε mSv. Η σωστή κατανόηση και παρακολούθηση αυτών των τιμών βοηθά τους επαγγελματίες να προσαρμόζουν τα πρωτόκολλα ώστε να επιτυγχάνεται η απαραίτητη ποιότητα με την ελάχιστη δυνατή έκθεση.
Η βελτίωση της ποιότητας εικόνας συνήθως απαιτεί μεγαλύτερη δόση, ενώ η μείωση δόσης αυξάνει τον θόρυβο και περιορίζει τις λεπτομέρειες. Κάθε εξέταση πρέπει να σχεδιάζεται με βάση το κλινικό ερώτημα, ώστε η δόση να είναι όσο χαμηλή γίνεται χωρίς να χάνεται η πληροφορία που είναι κρίσιμη για τη διάγνωση.
Τα τεχνουργήματα είναι ψευδή στοιχεία στην εικόνα, όπως γραμμές, σκιάσεις ή παραμορφώσεις, που δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές ανατομικές δομές. Προκύπτουν από μέταλλα, κίνηση ή περιορισμούς του συστήματος και μπορούν να κρύψουν βλάβες, γι’ αυτό είναι σημαντική η αναγνώριση και η διόρθωσή τους με κατάλληλες τεχνικές και αλγορίθμους.
Ο χρόνος περιστροφής είναι ο χρόνος που χρειάζεται η λυχνία και το σύστημα ανιχνευτών για να ολοκληρώσουν μια πλήρη στροφή γύρω από τον ασθενή. Μικρότερος χρόνος επιτρέπει γρηγορότερες εξετάσεις και μειώνει τα τεχνουργήματα κίνησης, αλλά απαιτεί υψηλότερες στιγμιαίες παροχές ισχύος και προσεκτική ρύθμιση των παραμέτρων.
Το μέγεθος του πίνακα εικόνας και των pixels καθορίζει πόσα σημεία πληροφορία θα περιγράψουν κάθε τομή. Μεγαλύτερος πίνακας δίνει καλύτερη ανάλυση αλλά αυξάνει τον θόρυβο και τον όγκο δεδομένων, οπότε επιλέγεται συμβιβασμός ανάλογα με την ανατομική περιοχή και την κλινική ανάγκη.
Το windowing λειτουργεί σαν ρύθμιση φωτεινότητας και αντίθεσης που επιλέγει ποιο εύρος τιμών Hounsfield θα φαίνεται πιο καθαρά στην εικόνα. Διαφορετικά παράθυρα αναδεικνύουν οστά, πνεύμονες ή μαλακούς ιστούς χωρίς νέα σάρωση, επιτρέποντας στον γιατρό να εστιάσει κάθε φορά στη δομή που τον ενδιαφέρει.
Οι σκιαγραφικές ουσίες κυκλοφορούν στο αίμα και αυξάνουν την απορρόφηση ακτίνων Χ, με αποτέλεσμα τα αγγεία και τα όργανα να ξεχωρίζουν πιο έντονα. Με σωστό πρωτόκολλο έγχυσης και χρονισμό λήψεων, αναδεικνύονται παθολογικές περιοχές, όγκοι και αγγειακές βλάβες, βελτιώνοντας σημαντικά την ευαισθησία της εξέτασης.
Οι σύγχρονοι αλγόριθμοι επαναληπτικής ανακατασκευής και μείωσης θορύβου βελτιώνουν την καθαρότητα της εικόνας χωρίς αντίστοιχη αύξηση της δόσης. Σε συνδυασμό με έξυπνα πρωτόκολλα και τεχνικές βασισμένες σε τεχνητή νοημοσύνη, επιτρέπουν πιο ασφαλείς εξετάσεις, ιδιαίτερα σε ευαίσθητες ομάδες όπως παιδιά και ασθενείς υπό παρακολούθηση.