Φανταστείτε όλες τις μορφές φωτός και ενέργειας σαν ένα τεράστιο, αόρατο ουράνιο τόξο. Το μικρό κομμάτι που βλέπουμε με τα μάτια μας είναι απλώς μια λεπτή φέτα του. Στη μία άκρη αυτού του φάσματος έχουμε τα ραδιοκύματα, που είναι σαν μακριά, ήρεμα κύματα στη θάλασσα και μεταφέρουν το ραδιόφωνο και το Wi-Fi. Στην άλλη άκρη, έχουμε τις ακτίνες γάμμα, που είναι σαν μικροσκοπικά, πανίσχυρα και ταχύτατα κύματα. Κάπου ανάμεσα βρίσκονται τα μικροκύματα που ζεσταίνουν το φαγητό μας, το υπέρυθρο φως που νιώθουμε ως θερμότητα, το ορατό φως, και το υπεριώδες φως που μας μαυρίζει το καλοκαίρι. Οι ακτίνες Χ, που χρησιμοποιούν οι γιατροί για να δουν τα κόκαλά μας, βρίσκονται κοντά στο πολύ ενεργητικό άκρο, δίπλα στις ακτίνες γάμμα. Κάθε τύπος ακτινοβολίας είναι απλώς ενέργεια που ταξιδεύει, αλλά με διαφορετική «δύναμη» και «μήκος βήματος».
Το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα ταξινομεί τις ακτινοβολίες με βάση το μήκος κύματος (λ) και τη συχνότητά τους (f). Αυτά τα δύο μεγέθη συνδέονται αντίστροφα μέσω της ταχύτητας του φωτός (c), με τη σχέση c = λf. Η ενέργεια (E) κάθε φωτονίου στο φάσμα είναι ανάλογη της συχνότητάς του, σύμφωνα με τη θεμελιώδη εξίσωση του Planck: E = hf, όπου h είναι η σταθερά του Planck. Έτσι, οι ακτινοβολίες χαμηλής συχνότητας, όπως τα ραδιοκύματα (f ≈ 106 Hz), έχουν μεγάλο μήκος κύματος (λ ≈ 100 m) και πολύ χαμηλή ενέργεια. Αντίθετα, οι ακτίνες Χ που χρησιμοποιούνται στη διαγνωστική ιατρική έχουν συχνότητες της τάξης των 1018 Hz, μήκη κύματος συγκρίσιμα με τη διάμετρο ενός ατόμου (~10-10 m) και ενέργειες που μετρώνται σε χιλιάδες ηλεκτρονιοβόλτ (keV). Αυτή η υψηλή ενέργεια είναι που τους επιτρέπει να διαπερνούν τους μαλακούς ιστούς του σώματος.